Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απροσδόκητα < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

απροσδόκητα

  1. ανέλπιστα
  2. ξαφνικά
    ※  Στην Κατοχή αρρώστησε η μάνα μας και τη χάσαμε απροσδόκητα. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

απροσδόκητα