Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική λάβρος λάβρα λάβρο
γενική λάβρου λάβρας λάβρου
αιτιατική λάβρο λάβρα λάβρο
κλητική λάβρε λάβρα λάβρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική λάβροι λάβρες λάβρα
γενική λάβρων λάβρων λάβρων
αιτιατική λάβρους λάβρες λάβρα
κλητική λάβροι λάβρες λάβρα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λάβρος < αρχαία ελληνική λάβρος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

λάβρος, -η/-α, -ο

  1. που χαρακτηρίζεται από σφοδρότητα και ορμητικότητα· σφοδρός, βίαιος
    ο βουλευτής επιτέθηκε λάβρος εναντίον της κυβέρνησης
  2. κάποιος που επιτίθεται άγρια και πάντοτε με λόγια

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία