Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κλέος < αρχαία ελληνική κλέος, συγγενές με τα ρήματα κλέω (μιλώ για κάποιον, τον δοξάζω) και κλύω (ακούω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κλέος ουδέτερο

  1. η δόξα
    Ένας ήρωας κερδίζει κλέος με την επίτευξη σπουδαίων κατορθωμάτων και συχνά μέσω του ένδοξου θανάτου του.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • -κλῆς επίθημα ονόματος που δείχνει ότι ο κάτοχός του έχει κλέος - δόξα (και στα νέα ελληνικά -κλής)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία