Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κάμωμα τα καμώματα
      γενική του καμώματος των καμωμάτων
    αιτιατική το κάμωμα τα καμώματα
     κλητική κάμωμα καμώματα
όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάμωμα < μεσαιωνική ελληνική κάμωμα < καμώνω < κάμνω < αρχαία ελληνική κάμνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάμωμα ουδέτερο

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κάμω
     συνώνυμα: ενέργεια, εκτέλεση, εργασία, έργο, ίδρυση, κατασκευή, πράξη, φτιάξιμο
  2. (για καρπούς) γίνωμα, ωρίμαση, ωρίμασμα
  3. (συνήθως πληθυντικός: καμώματα) παράξενη έως και ενοχλητική συμπεριφορά
     συνώνυμα: κατορθώματα
  4. τσαχπίνικη γυναικεία συμπεριφορά με σκοπό την (ερωτική) έλξη
     συνώνυμα: ερωτοτροπίες, νάζια, πείσματα, σκέρτσα
    • παιχνιδιάρικη συμπεριφορά παιδιού, μωρού ή ζώου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία