Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καμώνομαι < μεσαιωνική ελληνική καμώνομαι, παθητική φωνή του ρήματος καμώνω < αρχαία ελληνική κάμνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

καμώνομαι, πρτ.: καμωνόμουν, στ.μέλλ.: θα καμωθώ, αόρ.: καμώθηκα, μτχ.π.π.: καμωμένος

  1. γίνομαι, φτιάχνομαι (βλέπε καμωμένος)
  2. προσποιούμαι
    καμώνεται το νταή, αλλά το βάζει στα πόδια στην πρώτη δυσκολία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία