Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θύελλα θύελλες
γενική θύελλας θυελλών
αιτιατική θύελλα θύελλες
κλητική θύελλα θύελλες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θύελλα < αρχαία ελληνική

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θύελλα θηλυκό

  1. μεγάλη καταιγίδα με δυνατό άνεμο και βροχή
    συνώνυμα: ανεμοστρόβιλος, σίφουνας, τυφώνας
  2. (μεταφορικά) μεγάλη αναστάτωση και αναταραχή
  3. (+ γενική) ορμητική εκδήλωση από κάτι
    θύελλα επευφημιών

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες : όποιος προκαλεί αναταραχές, υφίσταται χειρότερες συνέπειες

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία