Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

burza 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

burza (pl) θηλυκό

  1. η καταιγίδα (με την κανονική και τη μεταφορική έννοια)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία