Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ηλίανθος οι ηλίανθοι
      γενική του ηλίανθου των ηλίανθων
    αιτιατική τον ηλίανθο τους ηλίανθους
     κλητική ηλίανθε ηλίανθοι
Κατηγορία όπως «αντίλαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
ηλίανθος

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ηλίανθος < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική helianthus < αρχαία ελληνική ἥλιος + ἄνθος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /iˈli.an.θos/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ηλίανθος αρσενικό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία