Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /swɔ̃ˈnɛʧ̑ɲik/

  Ετυμολογία Επεξεργασία

słonecznik (pl) < słońce ή słoneczny

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

słonecznik (pl) αρσενικό

  1. (βοτανική) ο ηλίανθος
  2. ο ηλιόσπορος