Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ποώδης < αρχαία ελληνική ποώδης < πόα + -ώδης

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ποώδης, -ης, -ες

  1. που μοιάζει με πόα
  2. ποώδες φυτό - φυτό που έχει μαλακό βλαστό

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία