Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εστίαση οι εστιάσεις
      γενική της εστίασης* των εστιάσεων
    αιτιατική την εστίαση τις εστιάσεις
     κλητική εστίαση εστιάσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, εστιάσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εστίαση < εστιάζω + -ση

  Ουσιαστικό 1Επεξεργασία

εστίαση θηλυκό

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού εστιάζω
    συλλογή πρωτογενούς υλικού από ομάδες εστίασης στα πλαίσια του φαινομενολογικού παραδείματος
  2. (λογοτεχνία) η σχέση των γνώσεων του αφηγητή για τα πρόσωπα μιας αφήγησης με τις γνώσεις των ίδων των προσώπων της αφήγησης

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εστίαση < αρχαία ελληνική ἑστίασις

  Ουσιαστικό 2Επεξεργασία

εστίαση θηλυκό

  1. η παράθεση γεύματος
  2. ο κλάδος της οικονομίας που περιλαμβάνει τα εστιατόρια

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία