Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. restauration < λατινική restauratio
  2. restauration < restaurer

  Ουσιαστικό 1Επεξεργασία

ενικός πληθυντικός
restauration restaurations

restauration (fr) θηλυκό

  1. η αποκατάσταση
  2. η παλινόρθωση
  3. η ανακαίνιση

  Ουσιαστικό 2Επεξεργασία

ενικός πληθυντικός
restauration restaurations

restauration (fr) θηλυκό

  1. η εστίαση (η παράθεση γεύματος και ο κλάδος της οικονομίας)
  2. (ιδιωματικό) το εστιατόριο, το ρεστοράν

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία