Δείτε επίσης: ἐπίτοκος
↓ πτώσεις       ενικός      
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο/η επίτοκος το επίτοκο
      γενική του/της επίτοκου του επίτοκου
    αιτιατική τον/την επίτοκο το επίτοκο
     κλητική επίτοκε επίτοκο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι επίτοκοι τα επίτοκα
      γενική των επίτοκων των επίτοκων
    αιτιατική τους/τις επίτοκους τα επίτοκα
     κλητική επίτοκοι επίτοκα
Λόγιο επίθετο που δε συνηθίζει τον νεότερο τύπο του θηλυκού σε .
ομάδα '-ος -ος -ο', Κατηγορία όπως «χοληδόχος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
επίτοκος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπίτοκος < ἐπί + τόκος (τοκετός)

  Επίθετο

επεξεργασία

επίτοκος, -ος, -ο [1]

Συνώνυμα

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η επίτοκος οι επίτοκοι (επίτοκες)
      γενική της επιτόκου των επιτόκων
    αιτιατική την επίτοκο τις επιτόκους (επίτοκες)
     κλητική επίτοκε (επίτοκο) επίτοκοι (επίτοκες)
Κατηγορία όπως «διάμετρος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

επίτοκος θηλυκό [2]

  • (λόγιο) το θηλυκό ον (άνθρωπος, ζώο...) που βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο εγκυμοσύνης
    ※  ωδίνες κορυφώνονται, η επίτοκος μεταφέρεται εσπευσμένα στην αίθουσα τοκετού, η αδρεναλίνη περισσεύει. Είναι θέμα δευτερολέπτων να έρθει στη ζωή ένα παιδί μέσα σε φωνές, λυγμούς και ανάσες ανακούφισης. (Εφημερίδα Το Βήμα, 5/12/2010)

Δείτε επίσης

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. επίτοκος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. ως ουσιαστικό - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)