Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το διάβημα τα διαβήματα
      γενική του διαβήματος των διαβημάτων
    αιτιατική το διάβημα τα διαβήματα
     κλητική διάβημα διαβήματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διάβημα < ελληνιστική κοινή διάβημα < αρχαία ελληνική διαβαίνω < διά + βαίνω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική démarche)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ði.ˈa.vi.ma/ και /ˈðia.vi.ma/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διάβημα ουδέτερο

  1. οι προσπάθειες και οι ενέργειες που κάνει κάποιος, προκειμένου να πετύχει κάτι
    Το ερώτημα τι μπορεί να είναι ένα ερευνητικό διάβημα στον ψυχαναλυτικό χώρο ...[1]
  2. προφορικό ή γραπτό κείμενο διαμαρτυρίας, ιδίως προς δημόσιους φορείς
  3. (διπλωματία) (πολιτική) επίσημη διπλωματική ενέργεια διαμαρτυρίας ή αίτησης
    Οι Ηνωμένες Πολιτείες επέδωσαν επίσημο διπλωματικό διάβημα στο Πεκίνο με το οποίο εκφράζουν τις ανησυχίες τους

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική διάβημα διαβήματε διαβήματα
Γενική διαβήματος διαβημάτοιν διαβημάτων
Δοτική διαβήματι διαβημάτοιν διαβήμασι
Αιτιατική διάβημα διαβήματε διαβήματα
Κλητική διάβημα διαβήματε διαβήματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διάβημα < ελληνιστική κοινή διάβημα < αρχαία ελληνική διαβαίνω < διά + βαίνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διάβημα ουδέτερο

  1. βήμα
  2. ενέργεια



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική διάβημα διαβήματε διαβήματα
Γενική διαβήματος διαβημάτοιν διαβημάτων
Δοτική διαβήματι διαβημάτοιν διαβήμασι
Αιτιατική διάβημα διαβήματε διαβήματα
Κλητική διάβημα διαβήματε διαβήματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διάβημα < αρχαία ελληνική διαβαίνω < διά + βαίνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διάβημα ουδέτερο

(ελληνιστική κοινή)
  1. πέρασμα
  2. βήμα