Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πετυχαίνω < μεσαιωνική ελληνική πετυχαίνω < αρχαία ελληνική ἐπιτυγχάνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

πετυχαίνω

  1. φτάνω έναν σκοπό, κατορθώνω να παραχθεί ένα επιδιωκόμενο αποτέλεσμα
    Το ξέρω, είπε συγκινημένος ο Αλέξιος, και θα μπορούσες ίσως να με βοηθήσεις πολύ για να επιτύχω το σκοπό μου. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)
  2. κατακτώ μία θέση σε εκπαιδευτικό ίδρυμα μετά από διαγωνισμό
  3. βρίσκω έναν στόχο σημαδεύοντας με όπλο
  4. βρίσκω τη σωστή απάντηση σε ένα ερώτημα
  5. βρίσκω κάτι κατά τύχη, συναντώ κάποιον κατά τύχη

ΤαυτόσημοΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία