Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γίγαντας οι γίγαντες
      γενική του γίγαντα των γιγάντων
    αιτιατική τον γίγαντα τους γίγαντες
     κλητική γίγαντα γίγαντες
όπως «φύλακας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γίγαντας < αρχαία ελληνική Γίγας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γίγαντας αρσενικό (θηλυκό: γιγάντισσα)

  1. μυθικό ον που συναντάται σε πολλές από τις μυθολογίες του κόσμου· ανθρωπόμορφος αλλά με ύψος και δύναμη πολλές φορές μεγαλύτερα από του κανονικού ανθρώπου
  2. (μεταφορικά) άνθρωπος με ύψος πολύ μεγαλύτερο από το μέσο όρο
    κάτω από το καλάθι την άμυνα έβγαζε ένας γίγαντας των 2.10
     συνώνυμα: γιγαντόσωμος, μεγαλόσωμος, ψηλόσωμος, υψηλόσωμος
     αντώνυμα: νάνος
  3. που θεωρείται σημαντική μορφή στον τομέα του
    ο Σοπενάουερ είναι ένας από τους γίγαντες της γερμανικής φιλοσοφίας
  4. (προσφώνηση) (λαϊκότροπο) φιλική προσφώνηση
    που 'σαι ρε γίγαντα!, έλα ρε γίγαντα!
  5. (στον πληθ. γίγαντεςδείτε τη λέξη ) ποικιλία φασολιών.

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • γίγαντας με πήλινα πόδια: ...

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία