Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βερνίκι τα βερνίκια
      γενική του βερνικιού των βερνικιών
    αιτιατική το βερνίκι τα βερνίκια
     κλητική βερνίκι βερνίκια
όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βερνίκι < ελληνιστική κοινή βερενίκιον <πόλη Βερενίκη της Κυρηναϊκής <όνομα της βασίλισσας Βερενίκης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βερνίκι ουδέτερο

  1. ουσία που χρησιμοποιείται στην επίστρωση διάφορων επιφανειών για να προσδώσει λάμψη, προστασία από φθορές ή και χρώμα
    • βερνίκι για τα έπιπλα
    • βερνίκι νυχιών
    • βερνίκι παπουτσιών
  2. (μεταφορικά) η εξωτερική λάμψη, η οποία όμως αποκρύπτει τα αρνητικά χαρακτηριστικά κάποιου ανθρώπου ή κατάστασης

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία