Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική απριλιανός απριλιανή απριλιανό
γενική απριλιανού απριλιανής απριλιανού
αιτιατική απριλιανό απριλιανή απριλιανό
κλητική απριλιανέ απριλιανή απριλιανό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απριλιανοί απριλιανές απριλιανά
γενική απριλιανών απριλιανών απριλιανών
αιτιατική απριλιανούς απριλιανές απριλιανά
κλητική απριλιανοί απριλιανές απριλιανά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απριλιανός < Απρίλι(ος) + -ανός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

απριλιανός, -ή, -ό

  1. που συμβαίνει κατά τον Απρίλιο
  2. σχετικός με τον Απρίλιο

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία