Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική σεπτεμβριανός σεπτεμβριανή σεπτεμβριανό
γενική σεπτεμβριανού σεπτεμβριανής σεπτεμβριανού
αιτιατική σεπτεμβριανό σεπτεμβριανή σεπτεμβριανό
κλητική σεπτεμβριανέ σεπτεμβριανή σεπτεμβριανό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σεπτεμβριανοί σεπτεμβριανές σεπτεμβριανά
γενική σεπτεμβριανών σεπτεμβριανών σεπτεμβριανών
αιτιατική σεπτεμβριανούς σεπτεμβριανές σεπτεμβριανά
κλητική σεπτεμβριανοί σεπτεμβριανές σεπτεμβριανά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σεπτεμβριανός < Σεπτέμβρι(ος) + -ανός < λατινική September < septem (επτά) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *septḿ̥

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σεπτεμβριανός, -ή, -ό

  1. που συμβαίνει το Σεπτέμβριο
  2. σχετικός με το Σεπτέμβριο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία