Άνοιγμα κυρίου μενού
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἕωλος, Αἴολος, αἰόλος, αἴολος, αίολος

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική έωλος έωλη έωλο
γενική έωλου έωλης έωλου
αιτιατική έωλο έωλη έωλο
κλητική έωλε έωλη έωλο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική έωλοι έωλες έωλα
γενική έωλων έωλων έωλων
αιτιατική έωλους έωλες έωλα
κλητική έωλοι έωλες έωλα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έωλος < αρχαία ελληνική ἕωλος < ἕως / ἠώς < πρωτοελληνική *ᾱϝ̔ως ‎(*āhwōs) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂éwsōs ‎(αυγή) < *h₂ews- (αυγή, ανατολή)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɛ.ɔ.lɔs/

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

έωλος, -η, -ο

  1. (παρωχημένο) (αρχαιοπρεπές) μπαγιάτικος, που ξέμεινε από χθες, μουχλιασμένος, κλούβιος
      αντώνυμα: νωπός, φρέσκος
  2. (κατ’ επέκταση) ξεπερασμένος, αβάσιμος, αστήρικτος, αθεμελίωτος
      Εναλλακτικές μορφές : αίολος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία