Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός      
ονομαστική ο Αίολος
      γενική του Αιόλου
    αιτιατική τον Αίολο
     κλητική Αίολε
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Αίολος < αρχαία ελληνική Aἴολος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɛ.ɔ.lɔs/

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Αίολος αρσενικό

  1. (μυθολογία) όνομα τριών μυθικών χαρακτήρων:
    1. γιος του Έλληνα και της νύμφης Ορσηίδας, γενάρχης των Αιολέων
    2. γιος του Ποσειδώνα και της Μελανίπης, βασιλιάς της Λέσβου
    3. γιος του Ιππότη, σύμφωνα με τον Όμηρο ("Οδύσσεια") φύλακας των ανέμων, που αργότερα αναφέρεται και ως θεός
  2. ανδρικό όνομα
  3. όνομα οδού οδός Αιόλου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία