Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
ιωνικό κιονόκρανο με τις δύο χαρακτηριστικές έλικες
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η έλικα οι έλικες
      γενική της έλικας των ελίκων
    αιτιατική την έλικα τις έλικες
     κλητική έλικα έλικες
Κατηγορία όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
γεωμετρική έλικα
 
έλικα προσαγωγίου (gyrus cinguli)

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έλικα < αρχαία ελληνική ἕλιξ (4.(σημασιολογικό δάνειο) γαλλική hélice)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

έλικα θηλυκό

  1. (γεωμετρία) η γραμμή που γράφεται πάνω σε κύλινδρο που γυρίζει και (κατ’ επέκταση) οτιδήποτε μοιάζει μ' αυτή
  2. (αρχιτεκτονική) απόληξη κιονόκρανου παρόμοιου σχήματος
  3. (αεροπορικός όρος, ναυτικός όρος) άλλη μορφή του έλικας
  4. (ιατρική) (ανατομία) ελικοειδής εξοχή στον εγκέφαλο
  5. (βοτανική) όργανο των φυτών που τα βοηθάει στην αναρρίχηση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία





  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία