Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἕλιξ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *wel- (γυρίζω)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἕλιξ αρσενικό ή θηλυκό

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἕλιξ ἕλικε ἕλικες
Γενική ἕλικος ἑλίκοιν ἑλίκων
Δοτική ἕλικι ἑλίκοιν ἕλιξι(ν)
Αιτιατική ἕλικα ἕλικε ἕλικας
Κλητική ἕλιξ ἕλικε ἕλικες

ἕλιξ

  1. οτιδήποτε με ελικοειδές σχήμα (όπως κοσμήματα)
  2. στροβιλισμός
  3. έλικες αμπελιού
  4. μπούκλα μαλλιών

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία