Λατινικά (la) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

volvo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *wel- (γυρίζω, τριγυρίζω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈwol.wo/ και /ˈwɔɫ.wɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

volvo

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία