Δείτε επίσης: Ταῦρος, ταύρος, ταῦρος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Ταύρος < αρχαία ελληνική Ταῦρος
 
ο αστερισμός του Ταύρου

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Ταύρος αρσενικό

  1. (αστρονομία) όνομα αστερισμού του βόρειου ημισφαιρίου. Ανήκει στους 48 αστερισμούς που σημειώθηκαν πρώτη φορά στην αρχαιότητα από τον Πτολεμαίο και στους 88 επίσημους αστερισμούς που το 1922 θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση
    συντομογραφία: Tau
    σύμβολο:
  2. το δεύτερο ζώδιο του ζωδιακού κύκλου που θεωρείται ότι κυριαρχεί από 20 Απριλίου ως 20 Μαΐου
  3. (τοπωνύμιο) Δήμος του Πολεοδομικού Συγκροτήματος της Περιφέρειας Αττικής

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία