Ατλαντικός Ωκεανός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Ατλαντικός Ωκεανός < αρχαία ελληνική Ἀτλαντικόν πέλαγος ή Ἀτλαντική θάλασσα & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική atlantique (océan Atlantique) λόγιο ενδογενές δάνειο: αρχαία ελληνική Ἀτλαντικόν[1]δείτε τις λέξεις ατλαντικός και ωκεανός & την αρχαία λέξη Ἄτλας

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Ατλαντικός Ωκεανός αρσενικό (και Ατλαντικός)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

και δείτε τις λέξεις άτλαντας και ωκεανός

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία