Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο υπερατλαντικός η υπερατλαντική το υπερατλαντικό
      γενική του υπερατλαντικού της υπερατλαντικής του υπερατλαντικού
    αιτιατική τον υπερατλαντικό την υπερατλαντική το υπερατλαντικό
     κλητική υπερατλαντικέ υπερατλαντική υπερατλαντικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι υπερατλαντικοί οι υπερατλαντικές τα υπερατλαντικά
      γενική των υπερατλαντικών των υπερατλαντικών των υπερατλαντικών
    αιτιατική τους υπερατλαντικούς τις υπερατλαντικές τα υπερατλαντικά
     κλητική υπερατλαντικοί υπερατλαντικές υπερατλαντικά
όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπερατλαντικός < υπέρ + Ατλαντικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

υπερατλαντικός -ή -ό

  • που προέρχεται από ή κατευθύνεται στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, στην αμερικανική ήπειρο.
υπερατλαντικά ταξίδια

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία