Δείτε επίσης: Ατλαντικός, Ἀτλαντικός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ατλαντικός η ατλαντική το ατλαντικό
      γενική του ατλαντικού της ατλαντικής του ατλαντικού
    αιτιατική τον ατλαντικό την ατλαντική το ατλαντικό
     κλητική ατλαντικέ ατλαντική ατλαντικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ατλαντικοί οι ατλαντικές τα ατλαντικά
      γενική των ατλαντικών των ατλαντικών των ατλαντικών
    αιτιατική τους ατλαντικούς τις ατλαντικές τα ατλαντικά
     κλητική ατλαντικοί ατλαντικές ατλαντικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ατλαντικός < αρχαία ελληνική Ἀτλαντικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ατλαντικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με τον Άτλαντα, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τον χαρακτηρίζει
  2. (μεταφορικά) τεράστιος, ηράκλειος, κυκλώπειος
  3. που έχει σχέση με την Ατλαντίδα ή αναφέρεται σ’ αυτήν
  4. που έχει σχέση με τον Ατλαντικό Ωκεανό ή αναφέρεται σ’ αυτήν
  5. (πολιτική) (στρατιωτικός όρος) νατοϊκός
     συνώνυμα: βορειοατλαντικός
  6. (γεωγραφία) Ατλαντικός: ο Ατλαντικός Ωκεανός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία