Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ὄνυξ ὄνυχε ὄνυχες
Γενική ὄνυχος ὀνύχοιν ὀνύχων
Δοτική ὄνυχι ὀνύχοιν ὄνυξι(ν)
Αιτιατική ὄνυχα ὄνυχε ὄνυχας
Κλητική ὄνυξ ὄνυχε ὄνυχες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὄνυξ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₃negʰ- (νύχι) (συγγενές με το λατινικό unguis)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ὄνυξ αρσενικό

  1. νύχι
  2. (κατ' επέκταση) οπλή (ζώου)
  3. (κατ' επέκταση) άγκιστρο
  4. (ορυκτολογία) όνυχας

ΠαροιμίεςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία