Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ψάμμος οι ψάμμοι
      γενική της ψάμμου των ψάμμων
    αιτιατική την ψάμμο τις ψάμμους
     κλητική ψάμμε
(ψάμμο)
ψάμμοι
Κατηγορία όπως «διχοτόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψάμμος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ψάμμος, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική sable[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈpsa.mos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ψάμ‐μος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψάμμος θηλυκό, μόνο στον ενικό

  1. (ιατρική) τα αμμώδη άλατα στα ούρα όσων πάσχουν από ψαμμίαση
  2. (σπάνιο) η άμμος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ψάμμος αἱ ψάμμοι
      γενική τῆς ψάμμου τῶν ψάμμων
      δοτική τῇ ψάμμ ταῖς ψάμμοις
    αιτιατική τὴν ψάμμον τὰς ψάμμους
     κλητική ! ψάμμε ψάμμοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ψάμμω
γεν-δοτ τοῖν  ψάμμοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «νόσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψάμμος < ψάμαθος ή απ' ευθείας από τα ψάω-ψήω-ψαίω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψάμμος θηλυκό

  • οι κόκκοι της άμμου και η έρημη, αμμώδης έκταση, η αμμουδιά

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία