Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ψάμαθος ψαμάθω ψάμαθοι
Γενική ψαμάθου ψαμάθοιν ψαμάθων
Δοτική ψαμάθ ψαμάθοιν ψαμάθοις
Αιτιατική ψάμαθον ψαμάθω ψαμάθους
Κλητική ψάμαθε ψαμάθω ψάμαθοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψάμαθος < πιθ. από το ψάω (=τρίβω, κονιορτοποιώ)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψάμαθος θηλυκό

  1. η άμμος δίπλα στην θάλασσα
  2. (μεταφορικά) οι μυριάδες, οι αμέτρητοι

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία