Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο χιασμός οι χιασμοί
      γενική του χιασμού των χιασμών
    αιτιατική τον χιασμό τους χιασμούς
     κλητική χιασμέ χιασμοί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χιασμός < ελληνιστική κοινή χιασμός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χιασμός αρσενικό

  1. η διαγώνια τοποθέτηση, ο σχηματισμός του Χ, το αποτέλεσμα του χιάζω, η ενέργεια που έχει ως αποτέλεσμα να σχηματισθεί το γράμμα Χ ως σύμβολο ή για άλλους λόγους
  2. (ιατρική) το χίασμα, η διασταύρωση σε σχήμα χιαστί νεύρων ή άλλων ανατομικών στοιχείων στο ανθρώπινο σώμα (όπως το οπτικό χίασμα, το σημείο του εγκεφάλου όπου εν μέρει διασταυρώνονται τα οπτικά νεύρα)
  3. (σχήμα λόγου) συνώνυμο του χιαστό (σχήμα χιαστό)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χιασμός < χιάζω, χιασ(τός) + -μός < από το γράμμα Χ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χιασμός αρσενικό (ελληνιστική κοινή)
  1. ο σχηματισμός διαγωνίων σε ένα παραλληλόγραμμο σχήμα ή γενικά ο σχηματισμός του Χ για διάφορους λόγους συνήθως για επισήμανση λάθους ή για την ακύρωση εγγράφου σχηματίζοτας διαγωνίους στη σελίδα του
  2. (σχήμα λόγου) ρητορικό σχήμα κατὰ χιασμόν, όταν η πρώτη φράση συνδέεται με την τέταρτη και η δεύτερη με την τρίτη (σχῆμα χιαστόν)
  3. (ιατρική) χιασμός ανατομικών στοιχείων
  4. η δημιουργία σκιών στη ζωγραφική

  ΠηγέςΕπεξεργασία