Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική φιλεύσπλαχνος φιλεύσπλαχνη φιλεύσπλαχνο
γενική φιλεύσπλαχνου φιλεύσπλαχνης φιλεύσπλαχνου
αιτιατική φιλεύσπλαχνο φιλεύσπλαχνη φιλεύσπλαχνο
κλητική φιλεύσπλαχνε φιλεύσπλαχνη φιλεύσπλαχνο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φιλεύσπλαχνοι φιλεύσπλαχνες φιλεύσπλαχνα
γενική φιλεύσπλαχνων φιλεύσπλαχνων φιλεύσπλαχνων
αιτιατική φιλεύσπλαχνους φιλεύσπλαχνες φιλεύσπλαχνα
κλητική φιλεύσπλαχνοι φιλεύσπλαχνες φιλεύσπλαχνα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φιλεύσπλαχνος < ελληνιστική κοινή φιλεύσπλαγχνος < φίλος + εὔσπλαγχνος < εὖ + αρχαία ελληνική σπλάγχνον < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *spelgh- (σπλήνα)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /fi.ˈlɛf.spla.xnɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

φιλεύσπλαχνος, -η, -ο

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία