Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική συμπονετικός συμπονετική συμπονετικό
γενική συμπονετικού συμπονετικής συμπονετικού
αιτιατική συμπονετικό συμπονετική συμπονετικό
κλητική συμπονετικέ συμπονετική συμπονετικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συμπονετικοί συμπονετικές συμπονετικά
γενική συμπονετικών συμπονετικών συμπονετικών
αιτιατική συμπονετικούς συμπονετικές συμπονετικά
κλητική συμπονετικοί συμπονετικές συμπονετικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμπονετικός < αρχαία ελληνική συμπονῶ + -ικος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

συμπονετικός -ή -ό

  1. αυτός που συμμερίζεται τον πόνο κάποιου, κατανοεί την ψυχική του κατάσταση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία