Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σύμπλεγμα τα συμπλέγματα
      γενική του συμπλέγματος των συμπλεγμάτων
    αιτιατική το σύμπλεγμα τα συμπλέγματα
     κλητική σύμπλεγμα συμπλέγματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σύμπλεγμα < ελληνιστική κοινή σύμπλεγμα < αρχαία ελληνική συμπλέκω < σύν + πλέκω
  1. < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική cluster
  2. < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Komplex

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σύμπλεγμα ουδέτερο

  1. ενιαίο σύνολο ετερόκλητων στοιχείων συνδεμένων μεταξύ τους
  2. (ψυχιατρική) τραυματικά βιώματα της παιδικής ηλικίας, που εδράζονται στο υποσυνείδητο και επηρεάζουν με αρνητικό τρόπο τη συμπεριφορά ενός ενήλικα
     συνώνυμα: κόμπλεξ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία