Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο συμπλεγματικός η συμπλεγματική το συμπλεγματικό
      γενική του συμπλεγματικού της συμπλεγματικής του συμπλεγματικού
    αιτιατική τον συμπλεγματικό τη συμπλεγματική το συμπλεγματικό
     κλητική συμπλεγματικέ συμπλεγματική συμπλεγματικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι συμπλεγματικοί οι συμπλεγματικές τα συμπλεγματικά
      γενική των συμπλεγματικών των συμπλεγματικών των συμπλεγματικών
    αιτιατική τους συμπλεγματικούς τις συμπλεγματικές τα συμπλεγματικά
     κλητική συμπλεγματικοί συμπλεγματικές συμπλεγματικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμπλεγματικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

συμπλεγματικός

  • κομπλεξικός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία