Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική προσηνής προσηνής προσηνές
γενική προσηνούς προσηνούς προσηνούς
αιτιατική προσηνή προσηνή προσηνές
κλητική προσηνή(ής) προσηνής προσηνές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προσηνείς προσηνείς προσηνή
γενική προσηνών προσηνών προσηνών
αιτιατική προσηνείς προσηνείς προσηνή
κλητική προσηνείς προσηνείς προσηνή

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προσηνής < αρχαία ελληνική προσηνής < πρός + -ηνής < *ἆνος (όψη)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

προσηνής, -ής, -ές

  • που φαίνεται ότι είναι ευγενικός, φιλικός, πράος και γενικά έχει τέτοια συμπεριφορά προς τους γύρω του

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία