Αυτός που αρέσκεται να παρπατάει.Σε ασθενη,αυτός που δεν είναι κλινήρης.

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική περιπατητικός περιπατητική περιπατητικό
γενική περιπατητικού περιπατητικής περιπατητικού
αιτιατική περιπατητικό περιπατητική περιπατητικό
κλητική περιπατητικέ περιπατητική περιπατητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική περιπατητικοί περιπατητικές περιπατητικά
γενική περιπατητικών περιπατητικών περιπατητικών
αιτιατική περιπατητικούς περιπατητικές περιπατητικά
κλητική περιπατητικοί περιπατητικές περιπατητικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

περιπατητικός < αρχαία ελληνική περιπατῶ

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

περιπατητικός

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)
    περιπατητική φροντίδα υγείας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία