Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

péripatéticien (péripatétique) péripatétic- + -ien. Δείτε λατινικό peripateticus, αρχαία ελληνική περιπατητικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό péripatéticien péripatéticiens
θηλυκό péripatéticienne péripatéticiennes

péripatéticien (fr)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία