Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο περίπατος οι περίπατοι
      γενική του περιπάτου
& περίπατου
των περιπάτων
    αιτιατική τον περίπατο τους περιπάτους
& περίπατους
     κλητική περίπατε περίπατοι
όπως «δάσκαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

περίπατος < αρχαία ελληνική περίπατος < περί + πάτος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pɛˈɾi.pa.tɔs/
συλλαβισμός: πε‐ρί‐πα‐τος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

περίπατος αρσενικό

  1. το περπάτημα για ευχαρίστηση, διασκέδαση, αναψυχή
  2. η τοποθεσία στην οποία γίνεται το παραπάνω περπάτημα
  3. σύντομη διαδρομή

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • πάω περίπατο
  • κάνω περίπατο: για προσπάθεια που τελικά αποδείχτηκε πολύ εύκολη, για αγώνα που κερδήθηκε εύκολα χωρίς ισχυρούς αντιπάλους

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

περίπατος < περιπατέω (περιπατῶ)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

περίπατος

  1. περίπατος, το περπάτημα για διασκέδαση
  2. (συνεκδοχικά) τόπος περιπάτου
  3. (συνεκδοχικά) κουβέντα, κυρίως για φιλοσοφικά ζητήματα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία