Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

περιπατητικά < περιπατητικός

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

περιπατητικά

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

περιπατητικά