Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ούζο τα ούζα
      γενική του ούζου των ούζων
    αιτιατική το ούζο τα ούζα
     κλητική ούζο ούζα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ούζο < (άμεσο δάνειο) τουρκική üzüm (σταφύλι)
< Υπάρχει και η άποψη: < ιταλικά: «uso (Massalia)» («για εμπορική χρήση στη Μασσαλία»)
< Ο γλωσσολόγος Κώστας Καραποτόσογλου [1] προτείνει: < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική οὖζος (ὀπός, χυμός) < τουρκική öz (ὀπός, χυμός)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ούζο ουδέτερο

  • (ποτό) είδος παραδοσιακού αλκοολούχου ποτού της Τουρκίας και της Ελλάδας με μεγάλη περιεκτικότητα σε αλκοόλ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Καραποτόσογλου, Κώστας. "Ἐτυμολογικὲς παρατηρήσεις", Graeco–Arabica 3 (1984) σελ.229-257