Δείτε επίσης: οἰκο-

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οικο- < αρχαία ελληνική οἶκος

  ΠρόθημαΕπεξεργασία

οικο- και οικό-

  1. πρώτο συνθετικό λέξεων που σχετίζονται με το σπίτι, τον οίκο
    οικογένεια, οικονομία
    οικόσιτος, οικόσημο
  2. πρώτο συνθετικό λέξεων που σχετίζονται με το φυσικό περιβάλλον
    οικολογία
    οικότοπος

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία