Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ξίδι τα ξίδια
      γενική του ξιδιού των ξιδιών
    αιτιατική το ξίδι τα ξίδια
     κλητική ξίδι ξίδια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξίδι < μεσαιωνική ελληνική ξίδι < οξίδιν < ελληνιστική κοινή ὀξίδιον < αρχαία ελληνική ὄξος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈksi.ði/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ξίδι ουδέτερο

  1. σκουρόχρωμο ξινό υγρό, που παρασκευάζεται συνήθως από κρασί, ή από άλλο προϊόν που περιέχει οξικό οξύ, και χρησιμοποιείται για να δίνει γεύση στο φαγητό ή σαν συντηρητικό τροφίμων
    ξίδι από κόκκινο κρασί
  2. (οικείο) (μεταφορικά) οινοπνευματώδες ποτό
    πολλά ξίδια πίνεις
  3. (οικείο) ξινισμένο κρασί

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • ας πιει ξίδι (να του περάσει): έκφραση που λέγεται για κάποιον που έχει θυμώσει και αδιαφορούμε για το θυμό του
  • τζάμπα ξίδι, γλυκό σαν μέλι
  • τρεις το λάδι, τρεις το ξίδι κι έξι το λαδόξιδο
  • του ΄γινε το μέλι ξίδι : έκφραση αποτυχίας (συνήθως όταν η αποτυχία αυτή χειροτερεύει την πρόσφατη κατάσταση)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία