Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λέσχη < αρχαία ελληνική λέσχη < λέγω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λέσχη θηλυκό

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία