Δείτε επίσης: Καμπούρης
↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο καμπούρης η καμπούρα το καμπούρικο
      γενική του καμπούρη της καμπούρας του καμπούρικου
    αιτιατική τον καμπούρη την καμπούρα το καμπούρικο
     κλητική καμπούρη καμπούρα καμπούρικο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι καμπούρηδες οι καμπούρες τα καμπούρικα
      γενική των καμπούρηδων των καμπούρικων
    αιτιατική τους καμπούρηδες τις καμπούρες τα καμπούρικα
     κλητική καμπούρηδες καμπούρες καμπούρικα
To ουδέτερο, από τα επίθετα σε -ικος.
Το αρσενικό και το θηλυκό, και ως ουσιαστικά.
Κατηγορία όπως «ζηλιάρης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
καμπούρης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καμπούρης < οθωμανική τουρκική قنبور (kanbur, kambur) (τουρκική kambur)[1] πιθανόν[2] < αρχαία ελληνική καμπύλος (οπότε, θα ήταν αντιδάνειο) < κάμπτω.
Επίσης, ουσιαστικοποιημένα (αρσενικό, θηλυκό).
Το ουδέτερο, από το καμπούρικος.

  Επίθετο

επεξεργασία

καμπούρης, -α, -ικο [3][4]

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

καμπούρης αρσενικό (θηλυκό καμπούρα)

Εκφράσεις

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία

Δείτε επίσης

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. kambur - μονόγλωσσο τουρκικό Ετυμολογικό Λεξικό «Türkçe Etimolojik Sözlük» (2002) του Σεβάν Νισανιάν
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  3. καμπούρης - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  4. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)