Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο καλπασμός οι καλπασμοί
      γενική του καλπασμού των καλπασμών
    αιτιατική τον καλπασμό τους καλπασμούς
     κλητική καλπασμέ καλπασμοί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καλπασμός < καλπάζω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kal.pa.zmɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
ο καλπασμός του αλόγου

καλπασμός αρσενικό

  1. ο γρήγορος βηματισμός του αλόγου με τα μπροστινά πόδια να σηκώνονται πιο ψηλά
     συνώνυμα: τριποδισμός
  2. η αλματώδης αύξηση, η γρήγορη πορεία προς ένα στόχο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία