Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαθύσκιος < βαθύς + ίσκιος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βαθύσκιος -ια -ιο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία