Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βαθύσκιωτος η βαθύσκιωτη το βαθύσκιωτο
      γενική του βαθύσκιωτου της βαθύσκιωτης του βαθύσκιωτου
    αιτιατική τον βαθύσκιωτο τη βαθύσκιωτη το βαθύσκιωτο
     κλητική βαθύσκιωτε βαθύσκιωτη βαθύσκιωτο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βαθύσκιωτοι οι βαθύσκιωτες τα βαθύσκιωτα
      γενική των βαθύσκιωτων των βαθύσκιωτων των βαθύσκιωτων
    αιτιατική τους βαθύσκιωτους τις βαθύσκιωτες τα βαθύσκιωτα
     κλητική βαθύσκιωτοι βαθύσκιωτες βαθύσκιωτα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαθύσκιωτος < βαθύς + ίσκιος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βαθύσκιωτος -η -ο ( & βαθύσκιος)

  1. που έχει βαθύ (πυκνό) ίσκιο, ο βαθύσκιος
    • βαθύσκιωτα πλατάνια
  2. (μεταφορικά) για άνθρωπο ή κάτι άλλο, που δημιουργεί γύρω του πυκνή σκιά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία