Άνοιγμα κυρίου μενού
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ήσκιος

Device of the Palaiologos Dynasty.svg Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἥσκιος ἡσκίω ἥσκιοι
Γενική ἡσκίου ἡσκίοιν ἡσκίων
Δοτική ἡσκί ἡσκίοιν ἡσκίοις
Αιτιατική ἥσκιον ἡσκίω ἡσκίους
Κλητική ἥσκιε ἡσκίω ἥσκιοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἥσκιος < αρχαία ελληνική σκιά· το - δικαιολογείται από επίδραση της λέξης λιος ή από την επίδραση του άρθρου σκιά→σκιος (αρσενικού γένους, κατ' αναλογία προς το ἥλιος).

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἥσκιος αρσενικό

  1. σκιά
  2. είδωλο
  3. φάντασμα